Την αυγή της 23 Νοεμβρίου 1926 γεννήθηκε ο Σρι Σάτυα Σάι Μπάμπα, υπό το όνομα Σατυαναράγιανα. Η ημέρα ήταν ιδιαίτερα ιερή και συνδέεται με τον θεό Σίβα. Παράλληλα, λίγο μετά τη γέννηση του βρέφους, οι γονείς ανακάλυψαν έντρομοι μια κόμπρα κάτω από τα σκεπάσματά του! Το φίδι αυτό εικονίζεται συχνά ως το όχημα του θεού Σίβα στην ινδουιστική αγιογραφία. (Ωστόσο η αναφορά σε άγνωστες σε εμάς θεότητες δεν πρέπει να μας προκαλεί σύγχηση. Ο Μπάμπα συχνά επαναλάμβανε: "Τα κοσμήματα είναι πολλά, ο χρυσός όμως είναι ένας. Τα ονόματα είναι πολλά, ο Θεός όμως ένας").
Η ομορφιά και τα ποικίλα χαρίσματα του παιδιού το έκαναν αμέσως το αγαπημένο του χωριού και κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στο χαμόγελό του, ενώ μια ευωδιά γιασεμιού απλωνόταν ολόγυρά του. Οι γείτονες έψαχναν κυριολεκτικά αφορμή να επισκεφτούν το σπίτι του βρέφους με αποτέλεσμα να έχει πάντα επισκέπτες.
Όταν άρχισε να περπατάει και να λέει τις πρώτες του λεξούλες, ο θαυμασμός που προκαλούσε αυξήθηκε ακόμα περισσότερο. Απέφευγε πεισματικά τα μέρη όπου σφάζονταν ζώα ή πουλερικά ή ψαρεύονταν ψάρια, όπως και κάθε σκεύος που είχε χρησιμοποιηθεί για το μαγείρεμά τους. Όταν τύχαινε να ακούσει ότι κάποιο κοτόπουλο είχε επιλεγεί για να σφαγιαστεί, έτρεχε και το έσφιγγε στο στήθος του, σαν για να το προστατέψει με την αγάπη του. Αυτή η συμπεριφορά του και η αγάπη του για όλα τα πλάσματα τού έδωσε το προσωνύμιο "Μπραχμανιάνι", όνομα που αρμόζει σε σεβάσμιους ιερείς. Όταν μάλιστα τύχαινε η οικογένειά του να μαγειρεύει κρέας εκείνος πήγαινε στο σπίτι μιας οικογένειας χορτοφάγων ιερέων και έτρωγε εκεί. Ανάμεσα στις πολλές αρετές του ήταν να μη λέει ποτέ ψέμματα, να μην ανταποδίδει ούτε να παραπονιέται για κάποια αδικία ή βιαιοπραγία από άλλα παιδιά, ούτε καν να εκδηλώνει πόνο ή ενόχληση. Κάποιος τον χαρακτήρισε "το παιδί-Βραχμάνος".
Ήδη από την ηλικία των τριών ή τεσσάρων ετών, φανέρωνε την τεράστια συμπόνοια του για τους ανθρώπους που υποφέρουν. Όποτε κάποιος ζητιάνος πλησίαζε στην εξώπορτα για να ζητήσει λίγο φαγητό, ο μικρός Σάτυα άφηνε το παιχνίδι και έτρεχε μέσα να πιέσει τις αδερφές του να δώσουν φαγητό στον ξένο. Αυτή του η συμπεριφορά ενόχλησε τους γονείς του, που δεν συμφωνούσαν με αυτή την τακτική, ώστε πολλές φορές έδιωχναν κάποιον ζητιάνο πριν του δώσει κάτι ο μικρός Σάτυα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το παιδί να κλαίει τόσο επίμονα και γοερά, που αναγκάζονταν να φέρουν πίσω τον ζητιάνο για να σταματήσει!
Η μητέρα αποφάσισε να ακολουθήσει μια άλλη τακτική. Του είπε: "Δώσε φαγητό σε όποιον θέλεις, αλλά θα είναι το δικό σου φαγητό. Κάτσε να πεινάσεις μετά." Ούτε αυτό όμως τον πτόησε. Συνέχισε να δίνει φαγητό στους ζητιάνους και σταμάτησε να πηγαίνει στο τραπέζι για μεσημεριανό ή βραδυνό. Αυτό ανησύχησε τους γονείς του που δεν μπορούσαν να τον πείσουν με τίποτα να αγγίξει το πιάτο του.
Ωστόσο, παρά το πέρασμα των ημερών, το παιδί δεν έδειχνε σημάδια αδυνατίσματος ή αδυναμίας. Επίσης, ισχυριζόταν ότι έτρωγε και μάλιστα ότι τον τάιζε κάποιος παππούς. Και το στομάχι του πράγματι φαινόταν γεμάτο. Ακόμα, για να πείσει τη μητέρα του να μην ανησυχεί, την προκάλεσε να μυρίσει τα χέρια του, με τα οποία υποτίθεται ότι είχε φάει. Και πράγματι, εκείνη μύρισε τις πιο υπέροχες μυρωδιές φαγητών που είχε μυρίσει ποτέ! Όμως τον μυστηριώδη παππούλη δεν κατάφερε να τον βρει.
Όταν ο μικρός Σάτυα άρχισε να τρέχει και να παίζει έξω στο δρόμο, είχε πάντα το νου του για ζητιάνους ή ανήμπορους, τους οποίους έπιανε αμέσως από το χέρι και τους έφερνε στην πόρτα για να τους ταΐσουν οι αδελφές του. Τα υπόλοιπα παιδιά άρχισαν να τον θεωρούν "ιδανικό" και μάλιστα τον αποκαλούσαν "Γκουρού" τους.

Στο σχολείο του χωριού υπήρχε μια πολύ αυστηρή τιμωρία και ξύλο για την περίπτωση που κάποιος μαθητής ερχόταν αργά στο μάθημα. Αυτό έκανε όλα τα παιδιά να μαζεύονται μπροστά στην πόρτα του σχολείου από το ξημέρωμα, παρά το τσουχτερό κρύο. Ο μικρός Σατυαναράγιανα τα λυπήθηκε και άρχισε να φέρνει μαζί του μπλούζες, μαντήλια και παντελόνες από το σπίτι του και να τους τα μοιράζει. Οι δικοί του αναγκάστηκαν να κλειδώσουν τις ντουλάπες με τα ρούχα που δεν ήθελαν να χάσουν!
Στο σχολείο ο Σατυαναράγιανα ήταν εξαιρετικός μαθητής, μαθαίνοντας πιο πολλά από όσα μπορούσε κάποιος να διδάξει, μαθαίνοντας πολλά θρησκευτικά τραγούδια και μάλιστα συνθέτωντας θρησκευτικά τραγούδια που επιλέχτηκαν να παιχτούν στο θέατρο του χωριού, ήδη από την ηλικία των εφτά χρόνων...
-Από το βιβλίο "Sathyam Sivam Sundaram" Part I του N. Kasturi
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου