Και σε αυτό το σχολείο ο Σάτυα είχε την ίδια άψογη και ταπεινή συμπεριφορά. Επιπλέον, έγινε αμέσως επιθυμητός από την σχολική θεατρική/χορωδιακή ομάδα στην οποία και εντάχθηκε. Εκτός από θρησκευτικές παραστάσεις, η ομάδα αναλάμβανε και εθελοντικές δράσεις σε πανηγύρια και άλλα δρώμενα. Ο Σάτυα φρόντιζε πάντα να εμπνέει στους άλλους την ανιδιοτελή κοινωνική υπηρεσία.
Σύντομα, ο αδελφός του διορίστηκε φιλόλογος στο λύκειο της πόλης Ουραβακόντα και πήρε τον Σάτυα μαζί του. Η φήμη του μικρού όμως είχε φτάσει πριν από αυτόν. Όλοι μιλούσαν για το αγόρι που ήταν εμπνευσμένος συνθέτης, καλός μουσικός, ιδιοφυής χορευτής και σοφότερος από τους δασκάλους του. Μιλούσαν ακόμη για τις θαυματουργές δυνάμεις του, όπως και την ικανότητά του να γνωρίζει παρελθόντα και μέλλοντα γεγονότα! Οι ιστορίες έδιναν κι έπαιρναν.
Ο μικρός έγινε αμέσως η μασκώτ του σχολείου. Ανέλαβε την αρχηγία του Σχολικής Ομάδας Προσευχής και κάθε πρωί απήγγειλε εμπνευσμένες προσευχές. Ξεχώρισε στη θεατρική ομάδα, αλλά και στις αθλητικές δραστηριότητες. Κάποτε, ένας καθηγητής του ζήτησε να γράψει ένα θεατρικό έργο για να παιχτεί στο σχολείο, το οποίο και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Είχε τίτλο "Μπορούμε να πράττουμε αυτό που λέμε;" Πρωταγωνιστής είναι ένα μικρό παιδί (έπαιζε ο ίδιος ο Σάτυα), μια συνηθισμένη ημέρα της ζωής του. Ακολουθεί μια σύντομη περίληψη:
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ: Μια γυναίκα διαβάζει αποσπάσματα από τα ιερά κείμενα της Μπαγκαβάτα Πουράνα, και τα επεξηγεί σε μερικές γυναίκες που την ακούν. Λέει ότι είναι καθήκον της νοικοκυράς να δίνει ελεημοσύνη στους ανήμπορους να εργαστούν, και όχι στους τεμπέληδες. Οι γυναίκες φεύγουν και ο μικρός γιος της βλέπει ένα τυφλό ζητιάνο να πλησιάζει και να ζητά ελεημοσύνη, όμως η μητέρα τον διώχνει χωρίς δεύτερη σκέψη. Αμέσως μετά, ένας παχύς καλοντυμένος μουσικός έρχεται με τον ίδιο σκοπό, όμως αυτή τη φορά η γυναίκα τον καλοδέχεται με τιμές και του προσφέρει ρύζι και χρήματα. Όταν εκείνος φεύγει, το παιδί απορημένο ρωτάει το λόγο που η μητέρα του έκανε άλλα από εκείνα που είχε πριν λίγο διακυρήξει. "Μα, μπορούμε να πράττουμε αυτό που λέμε;" του απαντάει θυμωμένη και τον στέλνει στο γραφείο που εργάζεται ο πατέρας του.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Ο πατέρας δίνει ολόκληρη διάλεξη στο γιο του για την αξία της μόρφωσης και πως οι νέοι πρέπει να μελετούν και να προοδεύουν στην κοινωνία. Εκείνη τη στιγμή, ένα φτωχό παιδί έρχεται και ζητάει για μια ρουπία, ώστε να πληρώσει τα δίδακτρα του σχολείου του και να μπορέσει να προβιβαστεί στην επόμενη τάξη. Ο πατέρας όμως το διώχνει λέγοντας ότι δεν έχει καθόλου λεφτά μαζί του. Μετά από λίγα λεπτά έρχονται οι συνεργάτες του άντρα από τη δουλειά και του ζητούν χρήματα για μια δεξίωση προς τιμήν ενός επίσημου προσώπου που θα τους επισκεφτεί σύντομα. Εκείνος ενθουσιάζεται και προσφέρει αμέσως 20 ρουπίες. Το παιδί παρακολουθεί τη σκηνή και ρωτάει τον πατέρα γιατί παρέβηκε τα λόγια του και είπε ψέματα στο αγόρι. Η απάντησή του: "Μα, μπορούμε να πράττουμε αυτό που λέμε;"
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ: Τώρα το αγόρι βρίσκεται στο σχολείο, όπου ο δάσκαλος είναι αναστατωμένος επειδή την επομένη θα έρθει ο σχολικός επιθεωρητής. Δίνει στα παιδιά οδηγίες, ότι αν τα ρωτήσει ο επιθεωρητής πόσα μαθήματα έχουν κάνει, εκείνα να πουν "32" αντί "23" που είναι η πραγματικότητα. Τους λέει ότι όταν έρθει ο επιθεωρητής θα κάνουν το 33ο μάθημα, το οποίο μάλιστα θα το κάνουν και μία φορά σήμερα, ώστε να ξέρουν τις σωστές ερωτήσεις και απαντήσεις. Το μάθημα μιλάει για τις θυσίες του βασιλιά Χαρισάντρα υπέρ της Αλήθειας. Όταν τελειώνει το μάθημα και τα παιδιά φεύγουν, ο μικρός πρωταγωνιστής ρωτάει το δάσκαλο γιατί δεν πράττει αυτά που διδάσκει; Για να πάρει πάλι την ίδια οργισμένη απάντηση: "Μπορούμε να πράττουμε αυτά που λέμε;"
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: Το παιδί βρίσκεται πάλι στο σπίτι του, το επόμενο πρωί. Είναι ώρα να πάει σχολείο, αλλά το παιδί αρνείται. Πετάει τα βιβλία του και λέει ότι το σχολείο είναι χάσιμο χρόνου. Οι γονείς, θορυβημένοι, ζητούν τη βοήθεια του δασκάλου. Τότε το παιδί τους λέει: "Αν όλα όσα διδάσκετε, ως μητέρα, πατέρας και δάσκαλος, έχουν μόνο στόχο να λέγονται και να γράφονται, αλλά στην πράξη κάνετε άλλα, δεν καταλαβαίνω το λόγο για να μάθω οτιδήποτε!" Αυτά τα λόγια, ανοίγουν τα μάτια και των τριών ενηλίκων, οι οποίοι πέφτουν και προσκυνούν το παιδί ως "Γκουρού".
Αυτό ήταν το θεατρικό που έγραψε ο Σάτυα σε ηλικία δώδεκα ετών! Πρατίθεται εδώ σαν δείγμα της διορατικής του ιδιοφυίας και του διδακτικού του ενθουσιασμού.

-Από το βιβλίο "Sathyam Sivam Sundaram" - Part I του Ν. Kasturi
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου