"Υπάρχει μόνο μια φυλή, η φυλή των ανθρώπων.
Υπάρχει μόνο μια γλώσσα, η γλώσσα της καρδιάς.
Υπάρχει μόνο μια θρησκεία, η θρησκεία της αγάπης.
Υπάρχει μόνο ένας Θεός και είναι πανταχού παρών."
- Σρι Σάτυα Σάι Μπάμπα


Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Τα παιδικά χρόνια του Σάι Μπάμπα - μέρος 4

Εκτός από τις σπάνιες αρετές του χαρακτήρα του και το μεγάλο ερμηνευτικό ταλέντο του, ο μικρός Σατυαναράγιανα φημιζόταν και για τις διορατικές του ικανότητες, που πολλές φορές ξεπερνούσαν τα όρια της λογικής. Πολλοί τον πλησίαζαν ζητώντας του να τους βρει κάτι που είχαν χάσει, και εκείνος συνήθως τους έδινε στοιχεία για το όνομα εκείνου που το είχε πάρει.

Ένα περιστατικό αναφέρεται σε ένα Μουσουλμάνο ο οποίος είχε χάσει το άλογό του και το έψαχνε παντού. Ο άνθρωπος ήταν απελπισμένος γιατί το άλογο αυτό του παρείχε τα προς το ζην, μεταφέροντας ανθρώπους ή προϊόντα. Είχε βάλει όλους του τους φίλους να ψάχνουν την περιοχή αλλά δεν υπήρχε ίχνος του αλόγου. Τον συμβούλεψαν λοιπόν να ρωτήσει τον μικρό Σάτυα, όπως και έκανε. Τότε ο Σάτυα του είπε να πάει σε ένα μέρος που απέιχε 2,5 χιλιόμετρα από την πόλη, και εκείνος αμέσως πήγε εκεί και βρήκε το άλογο να βόσκει. Αυτό έκανε διάσημο τον Σάτυα και ανάμεσα στη μουσουλμανική κοινότητα της πόλης.




Έτσι κυλούσε η ζωή στην πόλη Ουραβακόντα μέχρι μια μέρα του Μαρτίου του 1940, όταν διέρρευσε η φήμη ότι ο Σάτυα τσιμπήθηκε από ένα σκορπιό! Το γεγονός είναι ότι στις 7 το βράδυ ο Σάτυα άφησε μια κραυγή και κρατούσε το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού. Παρόλα αυτά δεν βρέθηκε σκορπιός και ο Μπάμπα κοιμήθηκε χωρίς σημάδια πόνου εκείνο το βράδι. Όλοι ήταν ανακουφισμένοι, όταν στις 7 το επόμενο βράδυ ο Μπάμπα έχασε τις αισθήσεις του και οι ζωτικές του λειτουργίες ελαχιστοποιήθηκαν.

Τέτοια φαινόμενα επαναλήφθηκαν πολλές φορές στη μετέπειτα ζωή του Μπάμπα, χωρίς να εγείρουν πια ανησυχία, καθώς οι πιστοί του ήξεραν πλέον ότι εγκαταλείπει το σώμα του για να μεταβεί σε μακρινά μέρη. Όμως τότε, και ενώ ο Σάτυα ήταν μόλις δεκατριών χρονών, οι δικοί του δεν είχαν ξαναζήσει κάτι παρόμοιο. Υπέθεσαν ότι το δηλητήριο του σκορπιού χρειάστηκε 24 ώρες για να φτάσει στην καρδιά. Έφεραν ένα γιατρό ο οποίος χορήγησε μια ένεση και έφυγε. Το επόμενο πρωί ξαναγύρισε και δήλωσε ότι το παιδί είχε διαφύγει τον κίνδυνο!

Πράγματι μετά από μια-δυο μέρες ο Σάτυα σηκώθηκε και άρχισε να συμπεριφέρεται εντελώς ασυνήθιστα. Σύμφωνα με το γράμμα του αδερφού του προς τους γονείς του, ο μικρός Σάτυα δεν απαντούσε σε κανέναν ούτε δεχόταν φαγητό, παρέμενε την περισσότερη ώρα σιωπηλός, με ξαφνικά ξεσπάσματα απαγγελίας ποιημάτων και τραγουδιών, άλλοτε απαγγέλοντας μακροσκελή αποσπάσματα των γραφών και των Βεδών στα Σανσκριτικά!

Επειδή οι γονείς του καθυστερούσαν υπερβολικά να φτάσουν, ο αδερφός του αποφάσισε να στείλει έναν άνθρωπο στο Πουταπάρτι για να δει τι συμβαίνει. Πριν όμως ο άνθρωπος ξεκινήσει, ο Σάτυα τους σταμάτησε λέγοντας: "Δε χρειάζεται να πας πουθενά. Σε μισή ώρα θα είναι εδώ." Και πράγματι, μετά από τριάντα λεπτά ακριβώς η οικογένεια έφτασε στην Ουραβακόντα, έπειτα από ένα περιπετειώδες ταξίδι μιας εβδομάδας!

Η συνεχής εναλλαγή της κατάστασης του Σάτυα τους ανησύχησε πάρα πολύ. Κάποια στιγμή που ο Μπάμπα κείτετο φαινομενικά αναίσθητος, ξαφνικά είπε: "Πηγαίνετε να φέρετε τον Σάστρι (σοφός) που μένει στο απέναντι σπίτι. Εξηγεί τα ιερά κείμενα εντελώς λάθος. Πηγαίνετε να τον φέρετε!" Όταν πήγαν στο σοφό, εκείνος αρνιόταν να τους ακολουθήσει γιατί δεν μπορούσε να δεχτεί ότι μπορεί ένα παιδί να ξέρει τις γραφές καλύτερα από αυτόν. Και πώς τον είχε ακούσει; Όμως ο Σάτυα επέμενε κι έτσι οι γονείς παρακάλεσαν το σοφό να έρθει, για να διδάξει τουλάχιστον στο παιδί να μην αυθαδιάζει.

Όταν ο σοφός μπήκε στο σπίτι, ο Μπάμπα του ζήτησε να ξαναδιαβάσει το ιερό κείμενο. Κατόπιν, του επισήμανε που είχε σφάλει, και άρχισε να τον βομβαρδίζει με ερωτήσεις και λεπτομέρειες σχετικές με τη γνώση των Γραφών, που ο σοφός δεν μπορούσε να απαντήσει. Το αποτέλεσμα ήταν ο σοφός να πέσει στα πόδια του παιδιού και να του ζητήσει συγχώρεση που δεν τον υπάκουσε και δεν ήρθε νωρίτερα!

Οι γονείς ζήτησαν τη βοήθεια άλλων γιατρών και θεωρήθηκε πιθανή κάποια μορφή υστερίας. Άλλες θεραπείες ακολουθήθηκαν αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Σάτυα συνέχιζε να συμπεριφέρεται έτσι, πότε αναίσθητος, πότε μιλώντας για το Θεό, πότε περιγράφοντας μέρη μακρινά και άγνωστα, ή λέγοντας ότι η ζωή είναι απλώς ένα θέατρο! Αστρολόγοι έλεγαν ότι το παιδί έχει καταληφθεί από κάποιο πνεύμα, μάγοι έλεγαν ότι είχε περάσει κάποια ξαφνική τρομάρα που επέδρασε στο νευρικό του σύστημα, και γενικώς, όλοι είχαν κάποια διαφορετική ερμηνεία και θεραπεία να προτείνουν.

Μια μέρα έφεραν έναν εξορκιστή στο σπίτι. Μόλις τον είδε, ο Σάτυα του είπε: "Έλα. Με προσκυνάς κάθε μέρα και τώρα δουλειά σου είναι να με προσκυνήσεις και να φύγεις." Ο εξορκιστής τρόμαξε τόσο που έφυγε βιαστικός χωρίς να ζητήσει δεκάρα. Συμβουλή του ήταν να φέρονται στο παιδί με σεβασμό γιατί "είναι σε επαφή με το Θεό" και όχι το διάβολο.

Οι γονείς, αποκαρδιωμένοι, αποφάσισαν να πάρουν το παιδί κοντά τους στο Πουταπάρτι για να παρακολουθούν την υγεία του. Στο δρόμο συμβουλεύτηκαν κι άλλους γιατρούς κι εξορκιστές, όμως κανείς δεν μπορούσε να βοηθήσει. Κάποιες φορές ο Μπάμπα τους περιγελούσε και τους υπενθύμιζε τα εργαλεία τους που είχαν ξεχάσει να χρησιμοποιήσουν! Τελικά, οι γονείς έμαθαν για κάποιον εξορκιστή που ήταν τόσο περίφημος ώστε έλεγαν ότι κανένα πνεύμα δεν μπορούσε να του αντισταθεί.

Ήταν ένας άνθρωπος θεόρατος, τρομερός στην όψη, άγριος με κόκκινα μάτια. Δοκίμασε όλα τα κόλπα που ήξερε, θυσίασε ζώα και έψαλε όλα του τα ξόρκια, όμως τίποτα δεν άλλαξε. Δεν άφησε όμως τους γονείς να πάρουν το παιδί, γιατί το είδε σαν πρόκληση στις ικανότητές του. Δοκίμασε πρακτικές που δεν είχε τολμήσει να κάνει ούτε σε ενήλικες, όπως το να ξυρίσει το κεφάλι του παιδιού και να του χαράξει τρία Χ στο κρανίο. Ο Σάτυα ούτε καν μόρφασε. Στις ανοιχτές πληγές ο εξορκιστής έχυσε χυμό λεμονιού, σκόρδου, και άλλα οξέα. Οι γονείς υπέφεραν στη θέα, αλλά ο μικρός ήταν ατάραχος, πράγμα που εξόργισε περισσότερο τον εξορκιστή. Φρόντισε να χύνουν κρύο νερό στις πληγές κάθε μέρα, και τον χτυπούσε στις αρθρώσεις με ένα ραβδί.

Τελικά αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το ισχυρότερο όπλο του, ένα κολλύριο φτιαγμένο από ένα σωρό οξέα και "μαγικά" συστατικά. Το άλειψε στα μάτια του παιδιού, με αποτέλεσμα να πρηστεί όλο του το πρόσωπο και να γίνει αγνώριστο, πραγματικό βασανιστήριο! Τα μάτια δάκρυζαν και το σώμα παλλόταν από τον πόνο, όμως ο Σάτυα δεν μιλούσε ούτε αντιδρούσε. Οι γονείς υπέφεραν στο θέαμα και έκλαιγαν μη ξέροντας τι να κάνουν. Κάποια στιγμή ο Σάτυα τους έδειξε με χειρονομίες κάποια βοτανα να του φέρουν, κρυφά από το "γιατρό". Του τα έφεραν και βάζοντάς τα στα μάτια του, αμέσως υποχώρησε το πρήξιμο. Αυτό εξόργισε τον εξορκιστή, που πίστευε ότι είχε φτάσει μια ανάσα από το να τα καταφέρει, αλλά τελικά οι γονείς τον έπεισαν να τους αφήσει να πάρουν το παιδί, πληρώνοντάς του ένα σωρό λεφτά, και με την υπόσχεση να το ξαναφέρουν. Έτσι γύρισαν ξανά στο Πουταπάρτι, χωρίς να έχει αλλάξει στο παραμικρό η συμπεριφορά του παιδιού.

Μετά από χρόνια ο Μπάμπα εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δέχτηκε να περάσει τόσα μαρτύρια: "Ακόμα και αφού είδατε την ψυχική δύναμη με την οποία ένα μικρό παιδί πέρασε άθικτο τόσα βασανιστήρια, δεν έχετε πειστεί για το γεγονός ότι είμαι ο Μπάμπα. Πώς θα είχατε αντιδράσει αν σας το είχα ανακοινώσει απλά, μια ωραία μέρα; Ήθελα να γίνει αντιληπτό ότι είμαι Θεϊκό Υλικό, αδιαπέραστος από τα ανθρώπινα βάσανα, τον πόνο ή τη χαρά."


- Από το βιβλίο "Satyam Sivam Sundaram" - Part I του Ν. Kasturi

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

Τα παιδικά χρόνια του Σάι Μπάμπα - μέρος 3

Οι γονείς του Σατυαναράγιανα τον έγραψαν στο γυμνάσιο της πόλης Καμάλαπουρ, όπου είχε παντρευτεί και ζούσε ο μεγαλύτερος αδελφός του. Σκοπός τους ήταν να στείλουν τον μικρό Σάτυα σε κολλέγιο, ώστε να γίνει δημόσιος υπάλληλος!

Και σε αυτό το σχολείο ο Σάτυα είχε την ίδια άψογη και ταπεινή συμπεριφορά. Επιπλέον, έγινε αμέσως επιθυμητός από την σχολική θεατρική/χορωδιακή ομάδα στην οποία και εντάχθηκε. Εκτός από θρησκευτικές παραστάσεις, η ομάδα αναλάμβανε και εθελοντικές δράσεις σε πανηγύρια και άλλα δρώμενα. Ο Σάτυα φρόντιζε πάντα να εμπνέει στους άλλους την ανιδιοτελή κοινωνική υπηρεσία.

Σύντομα, ο αδελφός του διορίστηκε φιλόλογος στο λύκειο της πόλης Ουραβακόντα και πήρε τον Σάτυα μαζί του. Η φήμη του μικρού όμως είχε φτάσει πριν από αυτόν. Όλοι μιλούσαν για το αγόρι που ήταν εμπνευσμένος συνθέτης, καλός μουσικός, ιδιοφυής χορευτής και σοφότερος από τους δασκάλους του. Μιλούσαν ακόμη για τις θαυματουργές δυνάμεις του, όπως και την ικανότητά του να γνωρίζει παρελθόντα και μέλλοντα γεγονότα! Οι ιστορίες έδιναν κι έπαιρναν.

Ο μικρός έγινε αμέσως η μασκώτ του σχολείου. Ανέλαβε την αρχηγία του Σχολικής Ομάδας Προσευχής και κάθε πρωί απήγγειλε εμπνευσμένες προσευχές. Ξεχώρισε στη θεατρική ομάδα, αλλά και στις αθλητικές δραστηριότητες. Κάποτε, ένας καθηγητής του ζήτησε να γράψει ένα θεατρικό έργο για να παιχτεί στο σχολείο, το οποίο και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Είχε τίτλο "Μπορούμε να πράττουμε αυτό που λέμε;" Πρωταγωνιστής είναι ένα μικρό παιδί (έπαιζε ο ίδιος ο Σάτυα), μια συνηθισμένη ημέρα της ζωής του. Ακολουθεί μια σύντομη περίληψη:

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ: Μια γυναίκα διαβάζει αποσπάσματα από τα ιερά κείμενα της Μπαγκαβάτα Πουράνα, και τα επεξηγεί σε μερικές γυναίκες που την ακούν. Λέει ότι είναι καθήκον της νοικοκυράς να δίνει ελεημοσύνη στους ανήμπορους να εργαστούν, και όχι στους τεμπέληδες. Οι γυναίκες φεύγουν και ο μικρός γιος της βλέπει ένα τυφλό ζητιάνο να πλησιάζει και να ζητά ελεημοσύνη, όμως η μητέρα τον διώχνει χωρίς δεύτερη σκέψη. Αμέσως μετά, ένας παχύς καλοντυμένος μουσικός έρχεται με τον ίδιο σκοπό, όμως αυτή τη φορά η γυναίκα τον καλοδέχεται με τιμές και του προσφέρει ρύζι και χρήματα. Όταν εκείνος φεύγει, το παιδί απορημένο ρωτάει το λόγο που η μητέρα του έκανε άλλα από εκείνα που είχε πριν λίγο διακυρήξει. "Μα, μπορούμε να πράττουμε αυτό που λέμε;" του απαντάει θυμωμένη και τον στέλνει στο γραφείο που εργάζεται ο πατέρας του.

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Ο πατέρας δίνει ολόκληρη διάλεξη στο γιο του για την αξία της μόρφωσης και πως οι νέοι πρέπει να μελετούν και να προοδεύουν στην κοινωνία. Εκείνη τη στιγμή, ένα φτωχό παιδί έρχεται και ζητάει για μια ρουπία, ώστε να πληρώσει τα δίδακτρα του σχολείου του και να μπορέσει να προβιβαστεί στην επόμενη τάξη. Ο πατέρας όμως το διώχνει λέγοντας ότι δεν έχει καθόλου λεφτά μαζί του. Μετά από λίγα λεπτά έρχονται οι συνεργάτες του άντρα από τη δουλειά και του ζητούν χρήματα για μια δεξίωση προς τιμήν ενός επίσημου προσώπου που θα τους επισκεφτεί σύντομα. Εκείνος ενθουσιάζεται και προσφέρει αμέσως 20 ρουπίες. Το παιδί παρακολουθεί τη σκηνή και ρωτάει τον πατέρα γιατί παρέβηκε τα λόγια του και είπε ψέματα στο αγόρι. Η απάντησή του: "Μα, μπορούμε να πράττουμε αυτό που λέμε;"

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ: Τώρα το αγόρι βρίσκεται στο σχολείο, όπου ο δάσκαλος είναι αναστατωμένος επειδή την επομένη θα έρθει ο σχολικός επιθεωρητής. Δίνει στα παιδιά οδηγίες, ότι αν τα ρωτήσει ο επιθεωρητής πόσα μαθήματα έχουν κάνει, εκείνα να πουν "32" αντί "23" που είναι η πραγματικότητα. Τους λέει ότι όταν έρθει ο επιθεωρητής θα κάνουν το 33ο μάθημα, το οποίο μάλιστα θα το κάνουν και μία φορά σήμερα, ώστε να ξέρουν τις σωστές ερωτήσεις και απαντήσεις. Το μάθημα μιλάει για τις θυσίες του βασιλιά Χαρισάντρα υπέρ της Αλήθειας. Όταν τελειώνει το μάθημα και τα παιδιά φεύγουν, ο μικρός πρωταγωνιστής ρωτάει το δάσκαλο γιατί δεν πράττει αυτά που διδάσκει; Για να πάρει πάλι την ίδια οργισμένη απάντηση: "Μπορούμε να πράττουμε αυτά που λέμε;"

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: Το παιδί βρίσκεται πάλι στο σπίτι του, το επόμενο πρωί. Είναι ώρα να πάει σχολείο, αλλά το παιδί αρνείται. Πετάει τα βιβλία του και λέει ότι το σχολείο είναι χάσιμο χρόνου. Οι γονείς, θορυβημένοι, ζητούν τη βοήθεια του δασκάλου. Τότε το παιδί τους λέει: "Αν όλα όσα διδάσκετε, ως μητέρα, πατέρας και δάσκαλος, έχουν μόνο στόχο να λέγονται και να γράφονται, αλλά στην πράξη κάνετε άλλα, δεν καταλαβαίνω το λόγο για να μάθω οτιδήποτε!" Αυτά τα λόγια, ανοίγουν τα μάτια και των τριών ενηλίκων, οι οποίοι πέφτουν και προσκυνούν το παιδί ως "Γκουρού".

Αυτό ήταν το θεατρικό που έγραψε ο Σάτυα σε ηλικία δώδεκα ετών! Πρατίθεται εδώ σαν δείγμα της διορατικής του ιδιοφυίας και του διδακτικού του ενθουσιασμού.



-Από το βιβλίο "Sathyam Sivam Sundaram" - Part I του Ν. Kasturi

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

Τα παιδικά χρόνια του Σάι Μπάμπα - μέρος 2

Στην ηλικία των οκτώ χρόνων ο μικρός Σατυαναράγιανα κρίθηκε κατάλληλος για το Ανώτερο Δημοτικό σχολείο της κοντινής πόλης Μπουκαπάτναμ. Κάθε πρωί διένυε την απόσταση των 4 χιλιομέτρων μέχρι το σχολείο φορτωμένος με τη σχολική του τσάντα με τα βιβλία του. Οι δάσκαλοί του τον περιέγραψαν αργότερα σαν "ένα απλό, ευγενικό και χαμηλών τόνων παιδί. Ήταν υπάκουος και ποτέ δεν έλεγε περισσότερα από τα ελάχιστα απαιτούμενα. Ερχόταν νωρίς το πρωί και μάζευε τους συμμαθητές του για να προσευχηθούν μπροστά από κάποια εικόνα και να εκτελέσουν λατρευτικές ινδουιστικές τελετές." (κάτι σαν τη δική μας "Θεία Κοινωνία"). Οι συμμαθητές του προσελκύονταν και για έναν άλλο λόγο. Ο μικρός Σάτυα συνήθιζε να τους δίνει διάφορα γλυκίσματα και δώρα που έβγαζε μέσα από την άδεια τσάντα του! Τα δώρα εισέπρατταν όμως μόνο όσοι ήταν τίμοι και είχαν σωστή συμπεριφορά.

Στο μάθημα ήταν γενικά αδιάφορος, καθώς κύρια ασχολία του ήταν να συνθέτει λατρευτικά τραγούδια, να τα αντιγράφει και να τα μοιράζει στους συμμαθητές του. Μια μέρα, ένας δάσκαλος ανακάλυψε ότι ο μικρός Σάτυα δεν έγραφε αυτά που εκείνος υπαγόρευε στους μαθητές εκείνη την ώρα και εξοργίστηκε. "Να σηκωθούν όρθιοι όσοι δεν σημειώνουν αυτά που λέω", είπε. Μόνο ο μικρός Σάτυα σηκώθηκε. Στην ερώτηση του καθηγητή του για ποιο λόγο δεν σημείωνε, ο μικρός είπε: "Κύριε, γιατί να τα γράψω; Αφού έχω καταλάβει τι λέτε. Ρωτήστε με ότι θέλετε και θα σας απαντήσω σωστά". Η υπερηφάνεια του δασκάλου όμως θίχτηκε και τον διέταξε να σταθεί πάνω στην καρέκλα του μέχρι το μεσημέρι και το τέλος του σχολείου. Οι συμμαθητές περίλυποι είδαν το μικρό Σάτυα να υπακούει σιωπηλός στην τιμωρία.

Όταν χτύπησε το κουδούνι και ήρθε η ώρα να φύγει εκείνος ο δάσκαλος για να έρθει ο επόμενος κάτι φάνηκε να μην πηγαίνει καλά. Ο "τιμωρός" δάσκαλος δεν σηκωνόταν από την καρέκλα, παρόλο που ο επόμενος δάσκαλος μπήκε στην αίθουσα. Τότε ο πρώτος αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι είχε "κολλήσει" για κάποιο ανεξήγητο λόγο και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Τα χάχανα των μαθητών ενίσχυσαν την υποψία ότι η τιμωρία του Σάτυα έφταιγε για όλα αυτά και ο δάσκαλος αναγκάστηκε να του ζητήσει να κατέβει από την θέση του. Ο Σάτυα το έκανε και αυτοστιγμεί "λύθηκαν τα μάγια" και μπόρεσε ο καθηγητής να σηκωθεί! Αργότερα ο Μπάμπα εξομολογήθηκε ότι δεν το έκανε από κανενός είδους θυμό, παρά μόνο για να προετοιμάσει τα μυαλά των ανθρώπων για την αποκάλυψη της Αποστολής και της Ταυτότητάς του.



Ο μικρός Σάτυα ήταν επίσης ενάντιος σε κάθε είδους άθλημα ή παιχνίδι που προκαλούσε πόνο ή βία. Δεν επέτρεπε στους φίλους του να παρακολουθούν τον ετήσιο αγώνα με κάρα που τα έσερναν αγελάδες, γιατί εμπεριείχαν βίαιες πρακτικές κατά των ζώων. Το ίδιο ίσχυε και για θέαματα με αιχμάλωτες αρκούδες ή κοκκορομαχίες.

Όταν ερχόταν στην περιοχή ένας περιοδεύων κινηματογράφος, αυτό αποτελούσε σπουδαίο γεγονός για όλους, εκτός από τον Σάτυα που καθόταν σπίτι, επειδή οι ταινίες παρουσίαζαν για εκείνον μόνο διεφθαρμένα ιδανικά, εκχυδαίιζαν τους θεούς και κατέστρεφαν τη μουσική. Και στο μέλλον ο Μπάμπα παρέμεινε αυστηρός κριτής των τεχνών, ειδικά της λογοτεχνίας και του φιλμ, που εσκεμμένα σέρνουν τα ιδανικά στη λάσπη, για το χρηματικό κέρδος.

Στην ηλικία των δέκα, ο Σάτυα σχημάτισε με τους φίλους του μια ομάδα θρησκευτικών παραστάσεων, τραγουδιών (Μπάτζανς) και χορών. Δίδασκε τους συμμετέχοντες διάφορα τραγούδια και ύμνους από την ινδουιστική παράδοση και άρχισαν να δίνουν παραστάσεις που ενθουσιάσαν και μάγεψαν τους χωρικούς. Επίσης, σε κάποια τραγούδια έκανε για πρώτη φορά αναφορά σε κάποιον Σάι Μπάμπα του Σίρντι, τον οποίο οι χωριανοί δεν είχαν ξανακούσει και παραξενεύτηκαν. Το όνομα "Μπάμπα" τους παρέπεμπε σε Μουσουλμάνους αγίους και αναρωτιόντουσαν πού μπορεί να το είχε ακούσει ο μικρός Σατυαναράγιανα. Το μόνο που ήξεραν ήταν ότι σε κάθε παράσταση ένιωθαν την Παρουσία του Θεού ανάμεσά τους.

Όταν κάποτε ξέσπασε μια επιδημία χολέρας στην περιοχή, το Πουταπάρτι δεν είχε κανένα απολύτως θύμα. Αυτό οι χωρικοί το απέδωσαν στη δράση της θεατρικής ομάδας του Σάτυα και έτσι η φήμη του εξαπλώθηκε σε μεγάλη έκταση. Τα γύρω χωριά άρχισαν να του ζητούν να κάνει κι εκεί παραστάσεις. Και σε εκείνα τα χωριά τα ονόματα Σίρντι και Σάι ήταν πρωτάκουστα.

Ο μικρός Σάτυα όμως συμμετείχε και σε παραστάσεις της αντίστοιχης θεατρικής ομάδας των ενηλίκων του χωριού, όπου γνώριζε μεγάλη φήμη και ο πατέρας του. Η ερμηνεία του παιδιού σαν μικρού Κρίσνα ενθουσίασε τους πάντες. Ειδικά ο χορός του έδινε την αίσθηση ότι τα πόδια του δεν ακουμπούσαν τη γη, αλλά αιωρούνταν! Σιγά σιγά οι ρόλοι του μικρού πολλαπλασιάζονταν, και πολλές φορές έπαιζε πάνω από ένα ρόλους στην ίδια παράσταση για να ικανοποιήσει το κοινό. Η φήμη του ως ερμηνευτή θείων δραματουργιών εξαπλώθηκε γρήγορα.

- Από το βιβλίο "Sathyam Sivam Sundaram" Part I του N. Kasturi

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

Τα παιδικά χρόνια του Σάι Μπάμπα - μέρος 1

Ο Θεός επέλεξε να ευλογήσει με την ενσάρκωσή του ένα μικροσκοπικό, ασήμαντο χωριό της Νότιας Ινδίας, το Πουταπάρτι. Μυστήρια φαινόμενα περικλείουν τον ερχομό του στη γη, ήδη πριν από τη γέννησή του, και ενώ βρισκόταν ακόμα στην κοιλιά της μητέρας του. Το φτωχικό σπίτι των γονιών του ξυπνούσε πολλές φορές μέσα στη νύχτα από τους μελωδικούς ήχους του ταμπουρά (παραδοσιακό ινδικό όργανο) και του τυμπάνου που βρίσκονταν στο σαλόνι, χωρίς όμως να παίζει κανείς! Ο πατέρας του, ανήσυχος, αναζήτησε τη συμβουλή ενός φημισμένου ασκητή από μια κοντινή πόλη, ο οποίος ερμήνευσε το φαινόμενο ως μια εκδήλωση της Παρουσίας κάποιας ευλογημένης Δύναμης, που θα προσέφερε στην οικογένεια Αρμονία, Μελωδία, Τάξη, Συμμετρία, Πνευματική Άνοδο και Χαρά.

Την αυγή της 23 Νοεμβρίου 1926 γεννήθηκε ο Σρι Σάτυα Σάι Μπάμπα, υπό το όνομα Σατυαναράγιανα. Η ημέρα ήταν ιδιαίτερα ιερή και συνδέεται με τον θεό Σίβα. Παράλληλα, λίγο μετά τη γέννηση του βρέφους, οι γονείς ανακάλυψαν έντρομοι μια κόμπρα κάτω από τα σκεπάσματά του! Το φίδι αυτό εικονίζεται συχνά ως το όχημα του θεού Σίβα στην ινδουιστική αγιογραφία. (Ωστόσο η αναφορά σε άγνωστες σε εμάς θεότητες δεν πρέπει να μας προκαλεί σύγχηση. Ο Μπάμπα συχνά επαναλάμβανε: "Τα κοσμήματα είναι πολλά, ο χρυσός όμως είναι ένας. Τα ονόματα είναι πολλά, ο Θεός όμως ένας").

Η ομορφιά και τα ποικίλα χαρίσματα του παιδιού το έκαναν αμέσως το αγαπημένο του χωριού και κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στο χαμόγελό του, ενώ μια ευωδιά γιασεμιού απλωνόταν ολόγυρά του. Οι γείτονες έψαχναν κυριολεκτικά αφορμή να επισκεφτούν το σπίτι του βρέφους με αποτέλεσμα να έχει πάντα επισκέπτες.

Όταν άρχισε να περπατάει και να λέει τις πρώτες του λεξούλες, ο θαυμασμός που προκαλούσε αυξήθηκε ακόμα περισσότερο. Απέφευγε πεισματικά τα μέρη όπου σφάζονταν ζώα ή πουλερικά ή ψαρεύονταν ψάρια, όπως και κάθε σκεύος που είχε χρησιμοποιηθεί για το μαγείρεμά τους. Όταν τύχαινε να ακούσει ότι κάποιο κοτόπουλο είχε επιλεγεί για να σφαγιαστεί, έτρεχε και το έσφιγγε στο στήθος του, σαν για να το προστατέψει με την αγάπη του. Αυτή η συμπεριφορά του και η αγάπη του για όλα τα πλάσματα τού έδωσε το προσωνύμιο "Μπραχμανιάνι", όνομα που αρμόζει σε σεβάσμιους ιερείς. Όταν μάλιστα τύχαινε η οικογένειά του να μαγειρεύει κρέας εκείνος πήγαινε στο σπίτι μιας οικογένειας χορτοφάγων ιερέων και έτρωγε εκεί. Ανάμεσα στις πολλές αρετές του ήταν να μη λέει ποτέ ψέμματα, να μην ανταποδίδει ούτε να παραπονιέται για κάποια αδικία ή βιαιοπραγία από άλλα παιδιά, ούτε καν να εκδηλώνει πόνο ή ενόχληση. Κάποιος τον χαρακτήρισε "το παιδί-Βραχμάνος".

Ήδη από την ηλικία των τριών ή τεσσάρων ετών, φανέρωνε την τεράστια συμπόνοια του για τους ανθρώπους που υποφέρουν. Όποτε κάποιος ζητιάνος πλησίαζε στην εξώπορτα για να ζητήσει λίγο φαγητό, ο μικρός Σάτυα άφηνε το παιχνίδι και έτρεχε μέσα να πιέσει τις αδερφές του να δώσουν φαγητό στον ξένο. Αυτή του η συμπεριφορά ενόχλησε τους γονείς του, που δεν συμφωνούσαν με αυτή την τακτική, ώστε πολλές φορές έδιωχναν κάποιον ζητιάνο πριν του δώσει κάτι ο μικρός Σάτυα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το παιδί να κλαίει τόσο επίμονα και γοερά, που αναγκάζονταν να φέρουν πίσω τον ζητιάνο για να σταματήσει!

Η μητέρα αποφάσισε να ακολουθήσει μια άλλη τακτική. Του είπε: "Δώσε φαγητό σε όποιον θέλεις, αλλά θα είναι το δικό σου φαγητό. Κάτσε να πεινάσεις μετά." Ούτε αυτό όμως τον πτόησε. Συνέχισε να δίνει φαγητό στους ζητιάνους και σταμάτησε να πηγαίνει στο τραπέζι για μεσημεριανό ή βραδυνό. Αυτό ανησύχησε τους γονείς του που δεν μπορούσαν να τον πείσουν με τίποτα να αγγίξει το πιάτο του.

Ωστόσο, παρά το πέρασμα των ημερών, το παιδί δεν έδειχνε σημάδια αδυνατίσματος ή αδυναμίας. Επίσης, ισχυριζόταν ότι έτρωγε και μάλιστα ότι τον τάιζε κάποιος παππούς. Και το στομάχι του πράγματι φαινόταν γεμάτο. Ακόμα, για να πείσει τη μητέρα του να μην ανησυχεί, την προκάλεσε να μυρίσει τα χέρια του, με τα οποία υποτίθεται ότι είχε φάει. Και πράγματι, εκείνη μύρισε τις πιο υπέροχες μυρωδιές φαγητών που είχε μυρίσει ποτέ! Όμως τον μυστηριώδη παππούλη δεν κατάφερε να τον βρει.

Όταν ο μικρός Σάτυα άρχισε να τρέχει και να παίζει έξω στο δρόμο, είχε πάντα το νου του για ζητιάνους ή ανήμπορους, τους οποίους έπιανε αμέσως από το χέρι και τους έφερνε στην πόρτα για να τους ταΐσουν οι αδελφές του. Τα υπόλοιπα παιδιά άρχισαν να τον θεωρούν "ιδανικό" και μάλιστα τον αποκαλούσαν "Γκουρού" τους.


Στο σχολείο του χωριού υπήρχε μια πολύ αυστηρή τιμωρία και ξύλο για την περίπτωση που κάποιος μαθητής ερχόταν αργά στο μάθημα. Αυτό έκανε όλα τα παιδιά να μαζεύονται μπροστά στην πόρτα του σχολείου από το ξημέρωμα, παρά το τσουχτερό κρύο. Ο μικρός Σατυαναράγιανα τα λυπήθηκε και άρχισε να φέρνει μαζί του μπλούζες, μαντήλια και παντελόνες από το σπίτι του και να τους τα μοιράζει. Οι δικοί του αναγκάστηκαν να κλειδώσουν τις ντουλάπες με τα ρούχα που δεν ήθελαν να χάσουν!

Στο σχολείο ο Σατυαναράγιανα ήταν εξαιρετικός μαθητής, μαθαίνοντας πιο πολλά από όσα μπορούσε κάποιος να διδάξει, μαθαίνοντας πολλά θρησκευτικά τραγούδια και μάλιστα συνθέτωντας θρησκευτικά τραγούδια που επιλέχτηκαν να παιχτούν στο θέατρο του χωριού, ήδη από την ηλικία των εφτά χρόνων...

-Από το βιβλίο "Sathyam Sivam Sundaram" Part I του N. Kasturi