Ένα περιστατικό αναφέρεται σε ένα Μουσουλμάνο ο οποίος είχε χάσει το άλογό του και το έψαχνε παντού. Ο άνθρωπος ήταν απελπισμένος γιατί το άλογο αυτό του παρείχε τα προς το ζην, μεταφέροντας ανθρώπους ή προϊόντα. Είχε βάλει όλους του τους φίλους να ψάχνουν την περιοχή αλλά δεν υπήρχε ίχνος του αλόγου. Τον συμβούλεψαν λοιπόν να ρωτήσει τον μικρό Σάτυα, όπως και έκανε. Τότε ο Σάτυα του είπε να πάει σε ένα μέρος που απέιχε 2,5 χιλιόμετρα από την πόλη, και εκείνος αμέσως πήγε εκεί και βρήκε το άλογο να βόσκει. Αυτό έκανε διάσημο τον Σάτυα και ανάμεσα στη μουσουλμανική κοινότητα της πόλης.

Έτσι κυλούσε η ζωή στην πόλη Ουραβακόντα μέχρι μια μέρα του Μαρτίου του 1940, όταν διέρρευσε η φήμη ότι ο Σάτυα τσιμπήθηκε από ένα σκορπιό! Το γεγονός είναι ότι στις 7 το βράδυ ο Σάτυα άφησε μια κραυγή και κρατούσε το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού. Παρόλα αυτά δεν βρέθηκε σκορπιός και ο Μπάμπα κοιμήθηκε χωρίς σημάδια πόνου εκείνο το βράδι. Όλοι ήταν ανακουφισμένοι, όταν στις 7 το επόμενο βράδυ ο Μπάμπα έχασε τις αισθήσεις του και οι ζωτικές του λειτουργίες ελαχιστοποιήθηκαν.
Τέτοια φαινόμενα επαναλήφθηκαν πολλές φορές στη μετέπειτα ζωή του Μπάμπα, χωρίς να εγείρουν πια ανησυχία, καθώς οι πιστοί του ήξεραν πλέον ότι εγκαταλείπει το σώμα του για να μεταβεί σε μακρινά μέρη. Όμως τότε, και ενώ ο Σάτυα ήταν μόλις δεκατριών χρονών, οι δικοί του δεν είχαν ξαναζήσει κάτι παρόμοιο. Υπέθεσαν ότι το δηλητήριο του σκορπιού χρειάστηκε 24 ώρες για να φτάσει στην καρδιά. Έφεραν ένα γιατρό ο οποίος χορήγησε μια ένεση και έφυγε. Το επόμενο πρωί ξαναγύρισε και δήλωσε ότι το παιδί είχε διαφύγει τον κίνδυνο!
Πράγματι μετά από μια-δυο μέρες ο Σάτυα σηκώθηκε και άρχισε να συμπεριφέρεται εντελώς ασυνήθιστα. Σύμφωνα με το γράμμα του αδερφού του προς τους γονείς του, ο μικρός Σάτυα δεν απαντούσε σε κανέναν ούτε δεχόταν φαγητό, παρέμενε την περισσότερη ώρα σιωπηλός, με ξαφνικά ξεσπάσματα απαγγελίας ποιημάτων και τραγουδιών, άλλοτε απαγγέλοντας μακροσκελή αποσπάσματα των γραφών και των Βεδών στα Σανσκριτικά!
Επειδή οι γονείς του καθυστερούσαν υπερβολικά να φτάσουν, ο αδερφός του αποφάσισε να στείλει έναν άνθρωπο στο Πουταπάρτι για να δει τι συμβαίνει. Πριν όμως ο άνθρωπος ξεκινήσει, ο Σάτυα τους σταμάτησε λέγοντας: "Δε χρειάζεται να πας πουθενά. Σε μισή ώρα θα είναι εδώ." Και πράγματι, μετά από τριάντα λεπτά ακριβώς η οικογένεια έφτασε στην Ουραβακόντα, έπειτα από ένα περιπετειώδες ταξίδι μιας εβδομάδας!
Η συνεχής εναλλαγή της κατάστασης του Σάτυα τους ανησύχησε πάρα πολύ. Κάποια στιγμή που ο Μπάμπα κείτετο φαινομενικά αναίσθητος, ξαφνικά είπε: "Πηγαίνετε να φέρετε τον Σάστρι (σοφός) που μένει στο απέναντι σπίτι. Εξηγεί τα ιερά κείμενα εντελώς λάθος. Πηγαίνετε να τον φέρετε!" Όταν πήγαν στο σοφό, εκείνος αρνιόταν να τους ακολουθήσει γιατί δεν μπορούσε να δεχτεί ότι μπορεί ένα παιδί να ξέρει τις γραφές καλύτερα από αυτόν. Και πώς τον είχε ακούσει; Όμως ο Σάτυα επέμενε κι έτσι οι γονείς παρακάλεσαν το σοφό να έρθει, για να διδάξει τουλάχιστον στο παιδί να μην αυθαδιάζει.
Όταν ο σοφός μπήκε στο σπίτι, ο Μπάμπα του ζήτησε να ξαναδιαβάσει το ιερό κείμενο. Κατόπιν, του επισήμανε που είχε σφάλει, και άρχισε να τον βομβαρδίζει με ερωτήσεις και λεπτομέρειες σχετικές με τη γνώση των Γραφών, που ο σοφός δεν μπορούσε να απαντήσει. Το αποτέλεσμα ήταν ο σοφός να πέσει στα πόδια του παιδιού και να του ζητήσει συγχώρεση που δεν τον υπάκουσε και δεν ήρθε νωρίτερα!
Οι γονείς ζήτησαν τη βοήθεια άλλων γιατρών και θεωρήθηκε πιθανή κάποια μορφή υστερίας. Άλλες θεραπείες ακολουθήθηκαν αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Σάτυα συνέχιζε να συμπεριφέρεται έτσι, πότε αναίσθητος, πότε μιλώντας για το Θεό, πότε περιγράφοντας μέρη μακρινά και άγνωστα, ή λέγοντας ότι η ζωή είναι απλώς ένα θέατρο! Αστρολόγοι έλεγαν ότι το παιδί έχει καταληφθεί από κάποιο πνεύμα, μάγοι έλεγαν ότι είχε περάσει κάποια ξαφνική τρομάρα που επέδρασε στο νευρικό του σύστημα, και γενικώς, όλοι είχαν κάποια διαφορετική ερμηνεία και θεραπεία να προτείνουν.
Μια μέρα έφεραν έναν εξορκιστή στο σπίτι. Μόλις τον είδε, ο Σάτυα του είπε: "Έλα. Με προσκυνάς κάθε μέρα και τώρα δουλειά σου είναι να με προσκυνήσεις και να φύγεις." Ο εξορκιστής τρόμαξε τόσο που έφυγε βιαστικός χωρίς να ζητήσει δεκάρα. Συμβουλή του ήταν να φέρονται στο παιδί με σεβασμό γιατί "είναι σε επαφή με το Θεό" και όχι το διάβολο.
Οι γονείς, αποκαρδιωμένοι, αποφάσισαν να πάρουν το παιδί κοντά τους στο Πουταπάρτι για να παρακολουθούν την υγεία του. Στο δρόμο συμβουλεύτηκαν κι άλλους γιατρούς κι εξορκιστές, όμως κανείς δεν μπορούσε να βοηθήσει. Κάποιες φορές ο Μπάμπα τους περιγελούσε και τους υπενθύμιζε τα εργαλεία τους που είχαν ξεχάσει να χρησιμοποιήσουν! Τελικά, οι γονείς έμαθαν για κάποιον εξορκιστή που ήταν τόσο περίφημος ώστε έλεγαν ότι κανένα πνεύμα δεν μπορούσε να του αντισταθεί.
Ήταν ένας άνθρωπος θεόρατος, τρομερός στην όψη, άγριος με κόκκινα μάτια. Δοκίμασε όλα τα κόλπα που ήξερε, θυσίασε ζώα και έψαλε όλα του τα ξόρκια, όμως τίποτα δεν άλλαξε. Δεν άφησε όμως τους γονείς να πάρουν το παιδί, γιατί το είδε σαν πρόκληση στις ικανότητές του. Δοκίμασε πρακτικές που δεν είχε τολμήσει να κάνει ούτε σε ενήλικες, όπως το να ξυρίσει το κεφάλι του παιδιού και να του χαράξει τρία Χ στο κρανίο. Ο Σάτυα ούτε καν μόρφασε. Στις ανοιχτές πληγές ο εξορκιστής έχυσε χυμό λεμονιού, σκόρδου, και άλλα οξέα. Οι γονείς υπέφεραν στη θέα, αλλά ο μικρός ήταν ατάραχος, πράγμα που εξόργισε περισσότερο τον εξορκιστή. Φρόντισε να χύνουν κρύο νερό στις πληγές κάθε μέρα, και τον χτυπούσε στις αρθρώσεις με ένα ραβδί.
Τελικά αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το ισχυρότερο όπλο του, ένα κολλύριο φτιαγμένο από ένα σωρό οξέα και "μαγικά" συστατικά. Το άλειψε στα μάτια του παιδιού, με αποτέλεσμα να πρηστεί όλο του το πρόσωπο και να γίνει αγνώριστο, πραγματικό βασανιστήριο! Τα μάτια δάκρυζαν και το σώμα παλλόταν από τον πόνο, όμως ο Σάτυα δεν μιλούσε ούτε αντιδρούσε. Οι γονείς υπέφεραν στο θέαμα και έκλαιγαν μη ξέροντας τι να κάνουν. Κάποια στιγμή ο Σάτυα τους έδειξε με χειρονομίες κάποια βοτανα να του φέρουν, κρυφά από το "γιατρό". Του τα έφεραν και βάζοντάς τα στα μάτια του, αμέσως υποχώρησε το πρήξιμο. Αυτό εξόργισε τον εξορκιστή, που πίστευε ότι είχε φτάσει μια ανάσα από το να τα καταφέρει, αλλά τελικά οι γονείς τον έπεισαν να τους αφήσει να πάρουν το παιδί, πληρώνοντάς του ένα σωρό λεφτά, και με την υπόσχεση να το ξαναφέρουν. Έτσι γύρισαν ξανά στο Πουταπάρτι, χωρίς να έχει αλλάξει στο παραμικρό η συμπεριφορά του παιδιού.
Μετά από χρόνια ο Μπάμπα εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δέχτηκε να περάσει τόσα μαρτύρια: "Ακόμα και αφού είδατε την ψυχική δύναμη με την οποία ένα μικρό παιδί πέρασε άθικτο τόσα βασανιστήρια, δεν έχετε πειστεί για το γεγονός ότι είμαι ο Μπάμπα. Πώς θα είχατε αντιδράσει αν σας το είχα ανακοινώσει απλά, μια ωραία μέρα; Ήθελα να γίνει αντιληπτό ότι είμαι Θεϊκό Υλικό, αδιαπέραστος από τα ανθρώπινα βάσανα, τον πόνο ή τη χαρά."
- Από το βιβλίο "Satyam Sivam Sundaram" - Part I του Ν. Kasturi


